The Great Last Judgement (1617) Rubens
Αγαπητές μου και Αγαπητοί μου,
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή της Κυριακής της Απόκρεω δεν μας παρουσιάζει απλώς μια εικόνα της μελλοντικής κρίσεως, αλλά μας αποκαλύπτει ένα βαθύ πνευματικό μυστήριο: ότι ο άνθρωπος δεν θα γίνει τότε κάτι διαφορετικό από αυτό που έχει επιλέξει να είναι από αυτή την ζωή. Τα «πρόβατα» και τα «ερίφια» δεν δημιουργούνται την ώρα της κρίσεως· διαμορφώνονται καθημερινά μέσα από τον τρόπο της ζωής μας, από τις επιλογές μας, από τη στάση της καρδιάς μας απέναντι στον Θεό και στον συνάνθρωπο. Με κάθε πράξη αγάπης ή αδιαφορίας, με κάθε άνοιγμα ή κλείσιμο της καρδιάς, εμείς οι ίδιοι αποφασίζουμε ποιον δρόμο βαδίζουμε και τι τελικά γινόμαστε.
Και είναι ιδιαίτερα συγκλονιστικό ότι ο Χριστός θέτει ένα μόνο κριτήριο: την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Δεν μιλά για γνώσεις, δεν μιλά για αξιώματα, δεν μιλά για εξωτερικές επιδόσεις θρησκευτικότητας. Λέει μόνο: «Επείνασα και μου δώσατε να φάω, εδίψησα και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν και με φιλοξενήσατε». Δηλαδή, με άλλα λόγια: αγαπήσατε; Σταθήκατε δίπλα στον άνθρωπο που είχε ανάγκη; Ανοίξατε χώρο στην καρδιά σας για τον άλλον;
Η κρίση, λοιπόν, δεν θα είναι μια αυθαίρετη απόφαση του Θεού, αλλά η φανέρωση της αλήθειας που ήδη έχουμε χτίσει και χτίζουμε μέσα μας. Αν μάθαμε να ζούμε μόνο για τον εαυτό μας, θα βρεθούμε σε έναν κόσμο απομόνωσης· αν μάθαμε να αγαπάμε, θα βρεθούμε μέσα στη χαρά της κοινωνίας με τον Θεό και με το συνανθρώπους. Ο Θεός δεν θα μας χωρίσει αυθαίρετα· εμείς ελεύθερα, με τον τρόπο της ζωής μας, θα έχουμε ήδη επιλέξει σε ποια πλευρά θέλουμε να ανήκουμε.
Και εδώ αποκαλύπτεται κάτι ακόμη βαθύτερο: ότι η συνάντηση με τον Χριστό περνά πάντοτε μέσα από τον συνάνθρωπο. Ο Χριστός ταυτίζεται με τον πεινασμένο, τον άρρωστο, τον ξένο, τον φυλακισμένο. Δεν λέει «ό,τι κάνατε σε αυτούς», αλλά «ό,τι κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους, σε εμένα το κάνατε». Αυτό σημαίνει ότι κάθε ημέρα, χωρίς να το καταλαβαίνουμε πολλές φορές, βρισκόμαστε μπροστά σε μικρές «κρίσεις»: στιγμές όπου αποφασίζουμε αν θα προσπεράσουμε ή αν θα σταθούμε, αν θα αδιαφορήσουμε ή αν θα αγαπήσουμε.
Στην εποχή μας, όπου η ζωή γίνεται γρήγορη και συχνά κλειστή στον εαυτό της, αυτή η ευαγγελική περικοπή γίνεται ένα δυνατό κάλεσμα αφύπνισης. Η σωτηρία δεν είναι μια θεωρητική υπόθεση που αφορά μόνο την προσωπική μας πνευματικότητα· είναι τρόπος ζωής που περνά μέσα από τον άλλον. Δεν σώζεται κανείς μόνος του. Ο δρόμος προς τη Βασιλεία του Θεού περνά από την καρδιά του ανθρώπου που βρίσκεται δίπλα μας, τον κοινωνικά αποκλεισμένο, τον διαφορετικό, τον αδύναμο.
Γι’ αυτό η Εκκλησία, λίγο πριν την είσοδο στη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, μας υπενθυμίζει το ουσιαστικότερο: ότι στο τέλος δεν θα ερωτηθούμε τι δηλώσαμε ότι πιστεύουμε, αλλά τι κάναμε, «Δεν θα μπει στη Βασιλεία των Ουρανών όποιος μου λέει “Κύριε, Κύριε”, αλλά εκείνος που κάνει το θέλημα του Πατέρα μου που βρίσκεται στους ουρανούς».
Διότι τελικά, πρόβατα ή ερίφια δεν θα γίνουμε τότε· θα αποκαλυφθεί απλώς αυτό που ήδη έχουμε γίνει, μέσα από την καθημερινή μας στάση ζωής. Και το μόνο που ζητά ο Χριστός από εμάς είναι ένα: να μάθουμε να αγαπάμε αληθινά.
Αμήν.
π. Δωρόθεος Σαμαρτζής